ἀκρητότης Save DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands ἀκρητότης -ητος, ἡ pureza, falta de mezcla c. gen. οἴνου καὶ μέλιτος Hp.Acut.56. ἀκρητότης, v. *ἀκρατότης. ἀκρητότης -ητος, ἡ [ἄκρατος] Ion., onvermengdheid: καὶ οἴνου καὶ μέλιτος ἀκρητότης zowel wijn als honing in onvermengde vorm Hp. Acut. 56.