ἄκρητος
ἄκρητος, ἀκρητο-ποσίη, ἀκρητο-πότης, v. sub ἀκρατ-.
ἄκρητος, v. ἄκρατος.
ἄκρητος, s. ἄκρατος.
ἄκρητος
-ον[ἀ-1 + κρη-, κεράννυμι.]
Unmixed: οἴνῳ Od. 24.73. Cf. Od. 2.341, Od. 9.297.
So σπονδαὶ ἄκρητοι (ratified by libations of unmixed wine) Il. 2.341 = Il. 4.159.
ἄκρητος (κεραννῡμι): unmixed, pure.