ἀκριδώδης Save ἀκριδώδης, like locusts LSJ DGE ἀκρι<δ>ώδης, ες, like locusts, Hsch. s.v. ὀκορνούς. ἀκριδώδης -ες parecido al saltamontes Hsch.s.u. ὀκορνούς.