ἄκρις
ἄκρις, a hill-top, mountain peak
ἄκρις, ιος, ἡ, (ἄκρος) Ep. Noun,
- hill-top, mountain peak, Hom. only in Od., always in pl., ἄκριες ἠνεμόεσσαι windy mountain tops, Od. 9.400, cf. h.Cer. 382; διʼ ἄκριας through hill-country, Od. 10.281:— sg., Περγαμίης ὑπὲρ ἄκριος Epigr.Gr. 1035.8 (Pergam.).
altura, cima
ἄκριες ἠνεμόεσσαι
δι' ἄκριας
ὑπὲρ ἄκριας Αἰθιοπήων
Πηλίου αἰπεινὰς ... ἄκριας
Περγαμίης ὑπὲρ ἄκ[ρι]ος
ἄκρις, ιος (ἡ)
1 sommet d’une montagne, plur. Od. 9, 400, etc. ; Hh. Cer. 382 ||
2 p. suite, région montagneuse, Od. 10, 281.
Étym. cf. ἄκρος.
ἄκρις, ιος, ἡ, ion. = ἄκρα, Bergspitze, Hom. viermal, immer acc. plur. u. vierter Fuß, Od. 16.565 ἐπʼ ἄκριας ἠνεμοέσσας, 9.400 διʼ ἄκριας ἠνεμοέσσας ; διʼ ἄκριας ἔρχεαι οἶος 10.281, διʼ ἄκριας, ᾗ οἱ Ἀθήνη | πέφραδε 14.2 ; – Ap.Rh. 1.520 ; Qu.Sm. 19.332.
ἄκρις
-ιος, ἡ
[ἄκρος.]
A hill-top: ἠνεμοέσσας Od. 9.400, Od. 16.365, διʼ ἄκριας Od. 10.281, Od. 14.2.
ἄκρις , ιος (ἄκρος): mountain - top, only pl., ‘heights.’ (Od.)
ἄκρις
ἄκρος
- a hill-top, Od.