ἀκροκόρυμβοι
ἀκροκόρυμβοι, extremities of the feet
ἀκρο-κόρυμβοι, πόδες,
- extremities of the feet, Poet. de herb. 177;— also ἀκροκόρυμβα· τὰ ἀκροστόλια τῶν νεῶν, Hsch.