ἀκρολογέω
ἀκρολογέω, to gather at top
ἀκρο-λογέω,
- gather at top, στάχυας AP 9.89 (Phil.).
espigar
στάχυας
ἀκρολογέω-ῶ, récolter les épis, Anth. 9, 89.
Étym. ἀκρολόγος.
ἀκρολογέω, oben absammeln, στάχυας Phil. 80 (XI.89).
ἀκρολογέω
λέγω
- to gather at top, στάχυας Anth.