ἀκτινοειδής
ἀκτῑνο-ειδής, ές,
- = ἀκτινώδης, στέφανοι Ph. 2.559; τρίχες Horap. 1.17. Adv. -δως Gal. 19.171, Steph. in Hp. 1.144 D., al.
1 parecido a los rayos de sol
στέφανοι
τρίχες
φυλλάδων ἐκφύσεις
2 adv. -ῶς de forma parecida a los rayos de sol
ἡ ψυχή ... τείνασα ἑαυτὴν ἀ.
διαλάμπεσθαι ἀ.
ἀκτινο·ειδής, ής, ές [ῑ] semblable à des rayons, Phil. 2, 559.
Étym. ἀ. εἶδος.
ἀκτινοειδής, [ῑ], ές, strahlenartig, Philo.