ἀκτημονέω
vivir en pobreza voluntaria
ἀκτημονούντων ἀρχέτυπος
ἀκτημονοῦσι χριστιανοὶ ... διὰ τὴν τοῦ πνεύματος ἐπαγγελίαν
ἀκτημονέω, besitzlos sein, Eust.
vivir en pobreza voluntaria
ἀκτημονούντων ἀρχέτυπος
ἀκτημονοῦσι χριστιανοὶ ... διὰ τὴν τοῦ πνεύματος ἐπαγγελίαν