ἀλλιτάνευτος
ἀλλιτάνευτος, inexorable
ἀλλιτάνευτος, Ep. for ἀλιτάνευτος,
- inexorable, AP 7.483.
*ἀλλιτάνευτος, v. ἀλιτάνευτος.
ἀλλιτάνευτος, unerbittlich, ᾍδης Ep.adesp. 659 (VII.483).
ἀλλιτάνευτος
λιτανεύω
- inexorable, Anth.