ἀλλογενής
ἀλλογενής, of another race, a stranger
- of another race, OGI 598, LXX Ge. 17.27, al., Ev.Luc. 17.18, Agath. 4.5, Ps.-Callisth. 3.26.
I
1 de otra raza, extraño
πλησίον ἀλλογενῶν
ἀλλογενείς καὶ ὀθνείους
• esp. entre los hebreos gentil
μη]θένα ἀλλ[ογενῆ εἰσπορεύεσθαι ἐν]τὸς τοῦ π[ερὶ τὸ ἱερόν τρυφάκ]του καὶ [περιβόλου
τὴν χαλδαΐζουσαν ἀλλογενῆ ... γλῶτταν
2 de plantas de otra variedad
οὐ κατὰ εἶδος ἕκαστον κεχώρισται τῶν ἀλλογενῶν
II
1 diferente, extraño, ajeno c. gen.,
ἀλλογενής δὲ σαρκός
•
τῶν ἀμφοτέρων τούτων ὀνομασιῶν πρὸς τὰ ἀ. ὀνόματα μὴ δυναμένων ἐξισοῦσθαι
2 extraño, raro
- of another race, a stranger, NTest.