ἀμεριμνικός Save LSJ DGE ἀμεριμν-ικός, ή, όν, = ἀμέριμνος I, c. gen. obj., ἐμοῦ PFay. 130 (iii A. D.). ἀμεριμνικός -ή, -όν descuidado, no preocupado ἐμοῦ PFay.130.10 (III a.C.).