ἀμενθήριστος
ἀμενθήριστος, not careful
ἀμενθήριστος, ον,
- not careful, Timo 59 (codd. ἀπενθ-).
no cuidadoso
ἀ. ἁπάσης σκεπτοσύνης
ἀμενθήριστος, not careful
no cuidadoso
ἀ. ἁπάσης σκεπτοσύνης