ἁμέριος Save DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἁμέριος v. ἡμέριος. ἁμέριος, v. ἡμέριος. ἁμέριος Dor. voor ἡμέριος. ἁμέριος, dor. für ἡμέριος, Eur.