ἀμπέλιον
ἀμπέλιον, dim. of ἄμπελος, vine
ἀμπέλ-ιον, τό, Dim. of ἄμπελος, Ar. Ach. 512, Pax 596, Hp. Nat.Mul. 109.
I
1 pámpano
τὸ ἀμπέλιον τρίβων χλωρὸν ἐν μέλιτι
2 viñedo, PStras.29.39 (III a.C.).
II dim. de ἄμπελος plu. cepitas
κἀμοὶ γάρ ἐστι τἀμπέλια κεκομμένα
ἀμπέλιον, ου (τὸ) petite vigne, Ar. Ach. 512, Pax 596.
Étym. ἄμπελος.
ἀμπέλιον, τό, kleiner Weinstock, Ar. Ach. 486.