ἀμυγδαλέλαιον Save LSJ DGE ἀμυγδᾰλ-έλαιον, τό, = ἔλαιον ἀμυγδάλινον, [Gal.] 14.519. ἀμυγδαλέλαιον -ου, τό aceite de almendras Gal.14.519.