ἀμφιπίτνω
ἀμφιπίτνω, fall upon and embrace
caer abrazando
γόνυ καὶ χέρα
ἀμφι·πίτνω (prés. part.) c. le préc. Eur. Suppl. 278.
ἀμφιπίτνω, = ἀμφιπίπτω, Eur. Suppl. 278 ἀμφιπίτνουσα τὸ σὸν γόνυ, auch ἀμφιπιτνοῦσα geschr. Vgl. πίτνω.
ἀμφιπίτνω
- 1fall upon and embrace ἐγὼ κλυτὸν ἔθνος Λοκρῶν ἀμφέπεσον, μέλιτι εὐάνορα πόλιν καταβρέχων O. 10.98