ἀμφισβητηματικός
ἀμφισ-βητηματικός, ή, όν, = sq.; τὰ -κά Aps. p.236 H.
discutible
ἐν δὲ ταῖς ἀμφισβητήσεσι καὶ τοῖς ἀμφισβητηματικοῖς δεῖ ὁρᾶν τὰ διάφορα
ἀμφισβητηματικός, ή, όν [μᾰ] de controverse, Apsin. (Rhét. 1, 344, 7 Speng.).