ἀνδρολογία
ἀνδρο-λογία, ἡ: κατʼ ἀνδρολογίαν, κατʼ ἀνδραλογίαν, κατʼ ἀνδρολογεῖον, ff.ll. in LXX 2 Ma. 12.43 for κατʼ ἄνδρα λογείαν.
colecta
ποιησάμενος ... κατ' ἀνδρολογίαν εἰς ἀργυρίου δραχμὰς δισχιλίας
habiendo reunido en una colecta unas dos mil dracmas de plata
ἀνδρολογία, ας (ἡ) levée d’hommes, Spt. 2 Macc. 12, 43.
Étym. v. le préc.
ἀνδρολογία, Werbung, Sp.