ἀνθήλιον
ἀνθήλιον, τό, f.l. for ἀνθύλλιον, Dsc. 3.156, 4.121; = κανθήλιον, Charax 21:—ἀνθήλια· περιδέρματα, Hsch. (-ηλά· περίδερμα cod.).
1 albarda Charax 64, Poll.10.54.
2
ἀνθήλιον· τῆς σελήνης <ἀποκίασμα>
3
ἀνθήλια· περίδερμα
ἀνθήλιον, ου (τὸ) dim. d’ἀνθήλη, Diosc. 3, 173 ; 4, 122.
ἀνθήλιον, τό, dim. zu ἀνθήλη, Diosc.