ἄνθημα
ἄνθημα (A), ατος, τό,
- = ἐξάνθημα, Hsch.
- II = ἄνθος, κρίνου Sch. Nic. Al. 406.
ἄνθημα (B), ατος, τό, poet. for ἀνάθημα,
- offering, IG 12(5).911.21 (Tenos).
ἄνθημα, τό, das Blühen, nur in Kompp.