ἀνθήμων
ἀνθήμων, ον, gen. ονος,
- = ἀνθηρός, κυτίνοιο . . καρπόν Nic. Al. 610.
florido
κυτίνοιο ... ἀνθήμονα καρπόν
ἀνθήμων, ων, gén. ονος, fleuri, Nic. Al. 623.
Étym. ἀνθέω.
ἀνθήμων, ον, blühend, Nic. Al. 623.