ἀνθηροποίκιλος Save Bailly 2024 Pape ἀνθηρο·ποίκιλος, ος, ον, brodé de fleurs, Phil. 1, 666. Étym. ἀ. ποικίλος. ἀνθηροποίκιλος, buntfarbig, Philo.