ἀντίκρισις
ἀντίκρῐσις, εως, ἡ,
- = ἀπόκρισις, Anaxil. 41, Poll. 4.113.
respuesta Anaxil.41, Poll.4.113.
ἀντίκρισις, εως (ἡ) [ῐσ] réponse, Anaxil. (Bkk. p. 408, 9).
Étym. ἀντικρίνω.
ἀντίκρισις, ἡ, = ἀπόκρισις, Anaxilas. B.A. 408.9 ; Poll. 4.113.