ἀντίπτωμα
ἀντίπτωμα, stumble against
ἀντί-πτωμα, ατος, τό,
- stumble against, LXX Si. 34(31).29; accident, Ptol. Tetr. 116, Paul.Al. N. 3b.
tropezón, accidente
ἐν ὁδῷ ἀντιπτώματος μὴ πορεύου
ἐν ἐρεθισμῷ καὶ ἀντιπτώματι
ἀντιπτώμασι ... ἢ ἀσθενείαις
ἀντίπτωμα, ατος (τὸ) faux pas, chute, Spt. Sir. 34, 29 ; 35, 20.
Étym. ἀντιπίπτω.
ἀντίπτωμα, τό, Gegenfall, Einsturz, LXX.