ἀντεπεξέρχομαι
ἀντεπεξέρχομαι, march out to meet an enemy
ἀντεπ-εξέρχομαι,
- = ἀντεπέξειμι, Th. 4.131, Aristid. 1.149J.
1 salir a su vez al encuentro
τοῖς προτέροις ἐπιστρατεύσασι
• abs. Th.4.131.
2 vengarse
κακῶς παθόντα μὴ ἀντεπεξελθεῖν
ἀντ·επεξέρχομαι (part. ao. 2 -επεξελθών) c. ἀντεπέξειμι, Thc. 4, 131.
ἀντεπεξέρχομαι, (ἔρχομαι), = ἀντεπέξειμι, Thuc. 4.131.
ἀντεπεξέρχομαι
= ἀντεπέξειμι, Thuc.