ἀντεπικράτεια
ἀντεπικράτεια, alternate mastery
ἀντεπι-κράτεια [ρᾰ], ἡ,
- alternate mastery, νείκους καὶ φιλίας Placit. 2.4.8.
dominio alterno
τοῦ νείκους καὶ τῆς φιλίας
ἀντεπικράτεια, ας (ἡ) [ᾰτ] domination mutuelle, Stob. Ecl. 1, 416.
Étym. ἀντεπικρατέω.