ἀντεπισκώπτω
ἀντεπισκώπτω, mock in return
ἀντεπι-σκώπτω,
- mock in return, τινά Plb. 18.7.5.
burlarse a su vez
τὸν Φίλιππον
ἀντ·επισκώπτω, railler, Pol. 17, 7, 5.
ἀντεπισκώπτω, dagegen verspotten, ἀντεπέσκωψέ τινα Pol. 17.7.