ἀντεπιστέλλω
ἀντεπιστέλλω, to write an answer
ἀντεπι-στέλλω,
- write an answer, CPR 20ii5 (iii A. D.): c. inf., J. AJ 15.6.2, al.; οὐδέν Luc. Sat. 19:—Pass., τὰ ἀντεπεσταλμένα Paus. 4.22.6, etc.
responder por carta
μοι τότε οὐδὲν ἀντεπέστειλας
ἀλλήλοις τινά
μοι ... ἀντεπίστελλε ὅστις εἶ πρὸς ἐμέ
ἀντεπέστελλεν αὐτόν τε Ὑρκανὸν δέξεσθαι
• abs.
ἀ(ντ)ε(π)έστειλεν μοι ... περὶ κοσμητείας
ἀντ·επιστέλλω, répondre par un message, particul. par un écrit, Luc. Sat. 19 ; Paus. 4, 22, 6.
ἀντεπιστέλλω, schriftlich antworten, τινί, Luc. Ep.Sat. 17 ; Paus. 4.22.6.
ἀντεπιστέλλω
- to write an answer, Luc.