ἀντιμολία
jur. juicio expl. como
δίκη, εἰς ἣν οἱ ἀντίδικοι παραγίνονται
ἀντ]ιμλίαι
ἀντιμολία, ἡ, s. ἀντιμωλία.
jur. juicio expl. como
δίκη, εἰς ἣν οἱ ἀντίδικοι παραγίνονται
ἀντ]ιμλίαι