ἀντιχαλκεύω
ἀντιχαλκεύω, forge against
ἀντιχαλκεύω,
- forge against, in Med., πρὸς τὰς μαχαίρας κράνη ὁλοσίδηρα Polyaen. 8.7.2.
ἀντιχαλκεύω, forge against