Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀντωνητής
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀντροφύλαξ
ἀντροχαρής
ἀντρώδης
ἀντρώδων
Ἀντρών
Ἄντρων
Ἀντρῶνες
Ἀντρώνιος
ἀντύα
ἀντυγάς
ἀντυγωτός
ἀντυκάρτερα
ἀντυκτῆρες
Ἄντυλλα
Ἀντύλλιος
Ἄντυλλος
ἄντυξ
ἀντυπ
ἀντυποκρίνομαι
ἄντυπος
ἀντυπουργέω
ἀντῳδή
ἀντῳδός
ἀντωθέω
ἀντώθησις
ἄντωμοι
ἄντωμος
ἀντωμοσία
Ἄντων
ἀντωνέομαι
ἀντωνητής
Ἀντωνία
Ἀντώνια
Ἀντωνιάς
Ἀντωνίνεια
Ἀντωνίνειοι
Ἀντωνινεῖον
Ἀντωνῖνος
Ἀντώνιος
ἀντώνομα
ἀντωνομασία
ἀντωνυμέω
ἀντωνυμία
ἀντωνυμικός
ἀντωνυμικῶς
ἀντώνυμον
ἀντώνυμος
ἀντωπέω
ἀντωπής
ἀντωπία
ἀντώπιος
ἀντῶπις
ἀντωπίς
ἀντωπός
ἀντωρύομαι
ἄντωσις
ἀντωτίς
ἀντωφέλεια
ἀντωφελέω
ἀνυβριστί
ἀνύβριστος
…
ἀντωνητής
Save
DGE
ἀντωνητής
-οῦ, ὁ
persona que puja en la compra
prob. de esclavos, Din.
Fr
.97.11.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}