ἀπελευθερίωσις Save LSJ DGE ἀπελευθερ-ίωσις, εως, ἡ, = foreg. [ἀπελευθερισμός], IG 9(1).190 (Phocis). ἀπελευθερίωσις -εως, ἡ manumisión, IG 9(1).190.16 (Fócide II d.C.).