Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀπερικαλύπτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀπερημόομαι
ἀπέρημος
ἀπερημόω
ἀπερητύω
ἀπεριάγιστος
ἀπεριάγνιστος
ἀπερίβλεπτος
ἀπερίβλητος
ἀπεριγένητος
ἀπερίγραπτος
ἀπερίγραφος
ἀπεριγράφως
ἀπεριγραψία
ἀπερίδρακτος
ἀπεριέργαστος
ἀπεριεργάστως
ἀπεριεργία
ἀπεριεργίη
ἀπερίεργος
ἀπεριέργως
ἀπερίζομαι
ἀπερίζυγος
ἀπεριήγητος
ἀπεριήχητος
ἀπερίθετος
ἀπεριθλάστως
ἀπερίθραυστος
ἀπερικάθαρτος
ἀπερικακήτως
ἀπερικάλυπτος
ἀπερικαλύπτως
ἀπερίκλαστος
ἀπερικλόνητος
ἀπερίκοπος
ἀπερικόπως
ἀπερικόσμητος
ἀπερικράτητος
ἀπερίκτητος
ἀπερικτύπητος
ἀπεριλάλητος
ἀπερίληπτος
ἀπερίλυτος
ἀπεριμάχητος
ἀπεριμέριμνος
ἀπεριμερίμνως
ἀπερίμετρος
ἀπερινόητος
ἀπερινοήτως
ἀπεριόδευτος
ἀπερίοδος
ἀπερίοπτος
ἀπεριόριστος
ἀπεριουσία
ἀπεριουσίαστος
ἀπεριπλάνητος
ἀπερίπνευστος
ἀπερίπτυκτος
ἀπερίπτωτος
ἀπεριπτώτως
ἀπερισάλπιγκτος
ἀπερισάλπιστος
…
ἀπερικαλύπτως
Save
Bailly 2024
ἀπερικαλύπτως
[
κᾰ
]
adv.
sans être enveloppé
ou
caché,
Philstr.
Im.
2
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}