ἀπηλεγέω
ἀπηλεγέω, neglect
ἀπηλεγ-έω,
- neglect, A.R. 2.17.
no hacer caso
εἰ δ' αὖ ἀπηλεγέοντες ἐμὰς πατέοιτε θέμιστας
ἀπηλεγέω-ῶ, n’avoir aucun souci de, A. Rh. 2, 17.
Étym. ἀπηλεγής.
ἀπηλεγέω, vernachlässigen, Ap.Rh. 2.17.