ἀπηγόρημα
ἀπηγόρημα, defence
ἀπηγόρ-ημα, ατος, τό
- defence, opp. κατηγόρημα, Pl. Lg. 765b.
defensa
op. κατηγόρημα
ἀπηγόρημα, ατος (τὸ) défense, justification, Plat. Leg. 765b.
Étym. ἀπηγορέομαι.
ἀπηγόρημα, τό, Verteidigung, Ggstz κατηγόρημα Plat. Legg. VI.765b.