ἀπηγόρευμα Save LSJ DGE Pape ἀπηγόρ-ευμα· ἀπολόγημα, Hsch. ἀπηγόρευμα -ματος, τό defensa Hsch. ἀπηγόρευμα, τό, Hesych., Verteidigung, zw.