ἀποδιΐστημι
ἀποδιΐστημι, separate
- separate, ἀποδιαστῆσαι καὶ διαχωρίσαι Plu. Sollert. 2.968d, cf. Vett.Val. 214.17:—Pass., Hsch.
- II intr., to be distant, [πόλεις] θαλάσσης ἀποδιέστησαν Lib. Descr. 8.1, cf. Paul.Al. F. 1.
I tr. separar, distinguir c. ac.
τὸ μέρος
τὰς σημαινομένας (πόλεις)
ἕκαστον ἀριθμὸν ἀπ' ἀλλήλων
τὸ φύσει τῶν κατὰ χάριν
II intr.
1 c. gen., aor. rad. distar
θαλάσσης
τοῦ Ἡλίου
• tb. aor. sigmático
τοσαύτας (sc. μοῖρας) ἡ Σελήνην ἀποδιαστήσασα τοῦ Ἡλίου
2 en v. med. discrepar
περὶ τῆς θρῃσκείας τῆς ἁγίας καὶ ἐπουρανίου δυνάμεως καὶ τῆς αἱρέσεως τῆς καθολικῆς ἀποδιίστασθαι ἤρξαντο
λόγον ἐπανάγνωθι, αὐτὸν γʹ ἀποδιαστ<ήσ>ας, ἀνὰ τετράκις
recita la fórmula, dividiéndola en tres partes, cuatro veces cada una