ἀποδιαλαμβάνω
ἀποδιαλαμβάνω, set apart
ἀποδια-λαμβάνω,
- set apart, Syrian. in Metaph. 64.40; discuss separately, Dexipp. in Cat. 59.16, Herm. in Phdr. p.115 A., etc.
de abstr. seleccionar
αἱ ἄλλαι τέχναι ... τὸ πρόσφορον ἑαυταῖς ἀποδιαλαβοῦσαι
ἡ δὲ ἔκθεσις αὐτὸ καθ' ἑαυτὸ τὸ δεδομένον ἀποδιαλαβοῦσα προευτρεπίζει τῇ ζητήσει
• separar
ἀποδιαλαμβανόμενα χωρία
lugares separados (en el arca de Noé)
• considerar, discutir por separado
καθ' ἑαυτά
ἡμεῖς αὐτὴν ἐφ' ἑαυτῆς ἀποδιαλαβόντες
ἀπο·διαλαμβάνω, séparer, Symm. (Orig. 2, 60).