ἀποσύστασις
interrupción
ἡ ... ἀπιστία, ἀ. οὖσα τῆς πίστεως
ἀποσύστασις, εως (ἡ) [τᾰ] décomposition, dissolution, Clém. 458.
Étym. ἀποσυνίστημι.
ἀποσύστασις, ἡ, die Zerstörung, Clem.Al.
interrupción
ἡ ... ἀπιστία, ἀ. οὖσα τῆς πίστεως