ἀποσυνεθίζω
ἀποσυνεθίζω, wean
ἀποσυν-εθίζω,
- wean one from, τὸ βρέφος τοῦ μαστοῦ Sor. 1.116:— Pass., ibid.
desacostumbrar c. ac. y gen. separat.
ἀ. αὐτὸ (τὸ βρέφος) τοῦ μαστοῦ
destetarαὐτοὺς τῆς ... ὑποθέσεως
τὸ βρέφος ἀποσυνεθισθήσεται ἀλύπως
ἀπο·συνεθίζω, déshabituer de, gén. Sor. Obst. p. 200, 11 Dietz.