ἀποψίλωσις
ἀποψίλωσις, stripping
ἀποψῑλ-ωσις, εως, ἡ,
- stripping, ἀμπέλων Thphr. CP 5.9.11.
bot. deshoje
αἱ ἀποψιλώσεις τῶν ἀμπέλων
ἀποψίλωσις, εως (ἡ) [ψῑ] action de dénuder, Th. C.P. 5, 9, 11.
Étym. ἀποψιλόω.
ἀποψίλωσις, ἡ, Entblößung, von Haaren, Theophr.