ἀποχωριστικός
separativo, que indica separación
τοῖς ἀποχωριστικοῖς ... νοήμασί τε καὶ ῥήμασιν
ἀποχωριστικός, ή, όν, propre à séparer, Nyss. 2, 854.
Étym. ἀποχωρίζω.
separativo, que indica separación
τοῖς ἀποχωριστικοῖς ... νοήμασί τε καὶ ῥήμασιν