ἀπρόσκοπτος
ἀπρόσκοπτος, without offence
ἀπρόσ-κοπτος, ον,
- without offence, IG 14.404. Adv. -τως without stumbling, τρέχειν Eust. 925.28.
I
1 libre de daño, sano y salvo
ἔζησε ἀπρόσκοπτος ἔτη λςʹ
φυλάξω αὐτοὺς ἀπροσκόπτους
ζωή
2 fig. que no ofende
πῶς σὺ πρὸς τὸν ... Δεσπότην ἔσῃ καταπειθὴς καὶ ἀ.;
II adv. -ως sin daño, bien
ὅποι πορεύονται, ἀ. καὶ ἀσφαλῶς μάλα φέρονται
περιπατεῖν
εἰπεῖν
τρέχειν