Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀπροσίτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀπρόσβλητος
ἀπροσδεής
ἀπροσδέητος
ἀπρόσδεικτος
ἀπρόσδεκτος
ἀπροσδιόνυσος
ἀπροσδιόριστος
ἀπροσδιορίστως
ἀπροσδόκητος
ἀπροσδοκήτως
ἀπροσδοκία
ἀπροσέγγιστος
ἀπρόσειλος
ἀπροσεκτέω
ἀπρόσεκτος
ἀπροσέλευστος
ἀπροσεξέω
ἀπροσεξία
ἀπροσεχής
ἀπροσεχόντως
ἀπροσηγόρητος
ἀπροσηγορία
ἀπροσήγορος
ἀπρόσηκος
ἀπροσηνής
ἀπροσθετέω
ἀπρόσθετος
ἀπρόσθικτος
ἀπρόσικτος
ἀπρόσιτος
ἀπροσίτως
ἀπροσκαίρως
ἀπρόσκεπτος
ἀπροσκέπτως
ἀπρόσκλητος
ἀπροσκλινής
ἀπροσκλινῶς
ἀπρόσκλιτος
ἀπροσκλίτως
ἀπροσκόλλητος
ἀπρόσκολλον
ἀπροσκόμιστος
ἀπροσκοπεῖν
ἀπροσκοπέω
ἀπροσκόπητος
ἀπροσκοπία
ἀπρόσκοπος
ἀπρόσκοπτος
ἀπροσκορής
ἀπρόσκοφος
ἀπρόσκρουστος
ἀπροσκύνητος
ἀπρόσληπτος
ἀπροσλογία
ἀπροσλόγιστος
ἀπρόσλογος
ἀπροσλόγως
ἀπρόσμαστος
ἀπροσμάχητος
ἀπρόσμαχος
ἀπροσμηχάνητος
…
ἀπροσίτως
Save
Bailly 2024
ἀπροσίτως
[
ῐ
]
adv.
sans pouvoir être abordé,
Plut.
M.
45
f
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}