ἀπρόσικτος
ἀπρόσικτος, not to be attained
ἀπρόσ-ικτος, ον,
- unattainable, ἔρωτες Pi. N. 11.48.
inalcanzable
ἀπροσίκτων δ' ἐρώτων ὀξύτεραι μανίαι
ἀ·πρόσικτος, ος, ον inabordable, Pd. N. 11, 48.
Étym. ἀ, προσικνέομαι.
ἀπρόσικτος, unerreichbar, ἔρωτες Pind. N. 11.48.
ἀπρόσικτος
- 1unattainable ἀπροσίκτων δʼ ἐρώτων ὀξύτεραι μανίαι N. 11.48
ἀπρόσικτος
- not to be attained, Pind.