ἀργίλοφος
ἀργίλοφος, white-crested
ἀργί-λοφος [ῐ],
- white-crested, κολώνα Pi. Fr. 200.
de blanca cresta
κολώνα
ἀργῐλοφος
- 1white topped Λο]κρῶν τις, οἵ τʼ ἀργίλοφον πὰρ Ζεφυρίου κολώναν ν[ fr. 140b. 4.