ἀργιπόδης
ἀργῐ-πόδης, ου, Dor. -ας, ὁ,
- = sq., χίμαρος AP 6.299 (Phan.).
ἀργι·πόδης, ου (ὁ, ἡ) [ῐ] c. le suiv. Anth. 6, 299.
ἀργιπόδης, χίμαρος, weißfüßig od. springfüßig, Phani. 5 (VI.299).
ἀργιπόδης
= ἀργίπους
- χίμαρος Anth.