ἀργιλλώδης
ἀργιλλώδης, like clay, clayey
ἀργιλλώδης or ἀργῑλώδης, ες,
- clayey, ἀργιλωδεστέρην γῆν Hdt. 2.12, cf. Arist. Mete. 352b10, Thphr. HP 3.18.5, Antyll. ap. Orib. 9.11.4; ὄχθαι Euph. 11 (=Archyt.Amph. 2).
ἀργιλλώδης, od. ἀργιλώδης, ες, tonartig, tonig, γῆ Her. 2.12 ; τόπος Theophr.; ὄχθαι bei Ath. III.82a.
ἀργιλλώδης
ἄργιλλος, ἄργῑλος, εἶδος
- like clay, clayey, Hdt.