ἀρδευτός
ἀρδευτός, watered
ἀρδ-ευτός, ή, όν,
- watered, Sosith. 7.
regado
καρπευμάτων ἀρδευτά
ἀρδευτός, ή, όν, arrosé, Sosith. Daphn. 17.
ἀρδευτός, bewässert, Sosith. frg.
ἀρδευτός, watered
regado
καρπευμάτων ἀρδευτά