ἀρδεύσιμος Save ἀρδεύσιμος, irrigated LSJ DGE ἀρδ-εύσιμος, η, ον, irrigated, Hsch. s.v. κατάρρυτα. ἀρδεύσιμος -η, -ον regado Hsch.s.u. κατάρρυτα.